Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κλαννιάρης, -α και -ισσα, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο πορδαλάς, ο κλανιάρης. 2. μτφ. ο άτολμος, αυτός που φοβάται.