Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κλαππωμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο μανταλωμένος. 2. αυτός που τον έχουν ξεγελάσει. 3. ζώο με βαρίδι στα πόδια («κλάππα»).