Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουκκουλλώνω »

Ρήμα

Σημασία:

1. καλύπτω με «κουκκούλλα». 2. μτφ. α) συγκαλύπτω. β) συγκαλύπτομαι. γ) πείθω κάποιον να με παντρευτεί με καταναγκασμό. δ) καλύπτω κάποιον ή κάτι.