Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουλλουπίζει »

Ρήμα

Σημασία:

1. βλ. κουλλουπά (μόλις και βρέχει, ψιλοβρέχει). 2. στάζει το νερό σταγόνα-σταγόνα.

Συνώνυμα:

Μιλλοβρέσ̌ει, Μιλλοψιχαϊζει, Μιλλοψιχαλίζει, Μουλλουπίζει, Ψιλοβρέσ̌ει, Ψιχαδίζει, Ψιχαϊζει