Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουλλουρκάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. κουλλουρκάζουμαι (κουλουριάζομαι).

Συνώνυμα:

Κουλλουρώννουμαι