Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουμέρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η κουμπάρα. Η προβηγκιανή λέξη «coumera», η οποία απαντά και ως "comaire", όπως και η γαλλική commère, προέρχεται από τη λατινική λέξη commater (com= συν +mater = μητέρα). Έχει την έννοια της νονάς, της παράνυμφης, αλλά και της κουτσομπόλας.

Ετυμολογία:

Η λέξη «κουμέρα» προέρχεται από την προβηγκιανή λέξη «coumera» (ή comaire). Η προβηγκιανή είναι μια μεσαιωνική νεολατινική γλώσσα που μιλιέται μέχρι και σήμερα στη νότια Γαλλία, έχει δε και πολλές ιταλικές λέξεις. Προφανώς η λέξη κουμέρα εισήλθε στην κυπριακή διάλεκτο κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας (1192 -1489).

Συνώνυμα:

κουμπάρα