Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουμέρτζ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κουμέρκιν (1. το τελωνείο. 2. ο φόρος του τελωνείου).