Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κούντουρος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο γυμνός. 2. ο πολύ κοντός. 3. ζώο που δεν έχει μακριά ουρά.

Συνώνυμα:

Κουντούρα (η), Κουντούρικον, Κουντούριν (το)

Ειδικές φράσεις:

Ξέρει ο γάρος ο κούντουρος είντα ’ν’ το κυδωνάτον». Χρησιμοποιείται για άξεστους, ακαλλιέργητους και ακαλαίσθητους ανθρώπους. Το Κυδωνάτο ήταν είδος γλυκού κατά τα Βυζαντινά χρόνια.