Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουπάνιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κουπάνα (1. το χοντρό ξύλο με το οποίο χτυπούσαν τα ρούχα της μπουγάδας για να καθαρίσουν. 2. μτφ. η κακιά γριά μάγισσα).