Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κοπρίτης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. σκυλί όχι εκλεκτής ράτσας που περιφέρεται εδώ κι εκεί αδέσποτο. 2. το θειάφι. 3. μτφ. ο τεμπέλης, ο κηφήνας.