Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κορυζ̌ιασμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

αυτός που διψάει, ο διψασμένος.

Συνώνυμα:

Πορυζ̌ιασμένος, -η, -ον