Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κοστούμιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. επίσημος ρουχισμός που αποτελείται από σακάκι και παντελόνι. 2. οι συνήθειες (συνήθως στον πληθυντικό: κοστούμια)

Συνώνυμα:

Κουστούμιν (το)