Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κοττημένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο εξασθενημένος. 2. ο τετηγμένος. 3. μτφ. ο πολύ φτωχός.