Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουτσοδκιαβαίννω »

Ρήμα

Σημασία:

κουτσοπερνάω, την παλεύω οικονομικά.

Συνώνυμα:

Κουτσοθκιαβαίννω