Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαοκούζιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

σταμνί, δοχείο για το λάδι.

Ειδικές φράσεις:

«...μάρι να σε κρεμμάσουσιν τζ̌΄άνεμος να σε σούζει τζ̌΄η πούζα σου να κρέμμεται, σαν το λαοκούζιν...» (Φαρμακίδη Ξενοφώντος, «Άπαντα», σελ.59, 2008, Εκδ.Επιφανίου)