Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαοπατώ »

Ρήμα

Σημασία:

λέγεται για όσους περπατούν πολύ ελαφριά και αθόρυβα.

Ετυμολογία:

λαός= λαγός+πατώ

Ειδικές φράσεις:

«τούτος λαοπατά» ή «η αγάπη θέλει τρέξιμο, θέλει ταπεινοσύνη, θέλει λαοπατήματα τζ̌αι κάττου λεπτοσύνη» (Καραφυλλίδης Πέτρος, «Κώμα του Γιαλού-Γη που νοσταλγώ», σελ.137, 1993)