Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Λαρτομουστατζ̌ιάζω »
Ρήμα
Σημασία:
τρώω λιπαρά και πασαλείφω τα μουστάκια μου.
Ετυμολογία:
λαρτίν= λίπος+μουστάτζ̌ιν= μουστάκι
Συνώνυμα:
Λαρτομουστατζ̌ιάζει
Ειδικές φράσεις:
«...τωρά τζ̌αι εγιώ θέλω μ΄εσέν να λαρτομουστατζ̌ιάσω
τζ̌ι εν το κουνιώ.... το μάλιν μου για τους γονιούς μ΄αν χάννω...»
(Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 1, σελ.121, 1997)
ή
«...ελαρουστατζ̌ιάσετε χωσμένοι μεσ΄ στα πάσ̌η,
καθεαυτόν εκάμετε τέσσερα πράτσα ράσ̌ην...»
(Ττάκκας Δημ., «Τσάκκισμαν της ημερούς», βιβλιοθ. Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών, Επιμέλεια Δρ Κ. Γιαγκουλλή, σελ. 12, 1981)