Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαφαζαννίκκιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. λαφαζαννιά (1. η καυχησιολογία. 2. ανόητη αναφορά 3. υπερβολή σε διηγήσεις).