Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαώννω »

Ρήμα

Σημασία:

1. προκαλώ τρόμο. 2. κοψοχολιάζω. 3. φοβίζω. 4. ταλαιπορώ. 5. θορυβώ. 6. προκαλω θυμό.