Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κρουσμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. βλ. καμένος (1. άτομο που κάηκε. 2. μτφ. α) αυτός που έχει μεγάλη επιθυμία. β) ο χαμένος στον τζόγο). 2. αυτός που έχει τσιμπιθεί από έντομο.