Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κρόωμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κρόδωμαν (το μέρος της στέγης ενός ναού ή σπιτιού που προεξέχει).

Συνώνυμα:

Κρώμαν (το)