Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κωλοριζ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η κεντρική ρίζα οποιουδήποτε φυτού.

Συνώνυμα:

Κωλόριζος (ο)