Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Λαάκονον (το) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
το εργαλείο των μπαρπέρηδων το οποίο ακονίζουν τα ξυράφια τους.
Ετυμολογία:
λά(δ)ιν+ακόνιν
Συνώνυμα:
Λαδάκονον (το), λαάκονα (η)
Ειδικές φράσεις:
«...λαάκονα της ποίησης, όσον τζ̌αι να πασκίσεις,
εν΄δύσκολον πολλά πολλά,
τζ̌ι αν έβρεις, εν νεν’ ’τσας καλά,
τον κόσμον να γυρίσεις...»
(Ττόφιας Γιώρκος, «Στην πέτραν της υπομονής», Βιβλιοθ. Κυπρ. Λαϊκών Ποιητών, σελ. 33, 2005)