Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαγγοδέρνω »

Ρήμα

Σημασία:

1. ανασάνω βαριά. 2. υποφέρω. 3. βασανίζομαι.

Συνώνυμα:

λαγκοδέρνω, λαγκοδέρνουμαι, λαγγοδέρνουμαι, λαγκοβέρνουμαι, λαγγοβέρνουμαι.

Ειδικές φράσεις:

«...τζ̌ι έθθεν να λαγκοδέρνετε, να κλαίετε μιτά μας, πως είμαστιν ΄δα κάτω ΄δα, τζ̌ι εσείς τζ̌ει κάτω τζ̌ει...» (Λιπέρτη Δ. «'Απαντα», σελ.99, 1969)