Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαδκιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η λαδιά, ο λεκές από λάδι. 2. η παραγωγή λαδιού. 3. μτφ. α) η εξαπάτηση. β) η παράνομη ενέργεια.