Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουτσ̌ίζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. ανακινώ τη ζωοτροφή. 2. επιτυγχάνω τον στόχο. 3. πληροφορώ. 4. αλατοπιπερώνω.

Συνώνυμα:

Κουτσ̌ιώ