Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λυγναφής (ο, η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

αυτός που φτάνει την ώρα που άναβαν τα λυχνάρια σε εξωτερικούς χώρους.

Συνώνυμα:

Λυχναφής (ο, η)