Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λυσ̌σ̌ασμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο εξοργισμένος. 2. αυτός που έχει προσβληθεί από λύσσα. 3. ο πειναλέος. 4. αυτός που έχει έμμονο πάθος με κάτι. 5. (στο ουδέτερο) για κάτι που εκδηλώνεται με ασυγκράτητη ορμή.