Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μoύρκος, -α, -ον »

Χωρίς Κατηγορία

Σημασία:

ο μούργος, ο σκυθρωπός, ο κατηφής, ο αγέλαστος, ο σιωπηλός, άτομο με κατεβασμένα τα μούτρα, με συνοφρυωμένο το πρόσωπο.