Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μαϊνάρω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. μαϊναρίσκω (1. ηρεμώ. 2. ανακουφίζομαι. 3. καταπραϋνομαι. 4. κατεβάζω. 5. προσανατολίζω).