Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μακινίστρης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μακινίστρας (ο μακινίστας, επαγγελματίας που είναι υπεύθυνος για την τοποθέτηση, σταθεροποίηση και μετακίνηση μηχανών).