Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μανισ̌ή (η) »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. μανιχός (μόνος, χωρίς κανέναν άλλο).

Συνώνυμα:

Μανισ̌ή (η)