Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μανίτζ̌ιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. το μανίκι, το τμήμα του ενδύματος που περιβάλλει το χέρι. 2. η λαβή εργαλείου. 3. μτφ. η σοβαρή δυσκολία.