Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λιγκρεύκουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

1. λιγουρεύομαι. 2. επιθυμώ κάποιον ή κάτι που μου αρέσει. 3. λαχταρώ. 4. μου λείπει.