Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λιμασμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

1. ο αδηφάγος. 2. ο ξελιγωμένος. 3. α) μτφ. ο αρπαχτικός. β) αυτός που έχει παράφορη τάση για απόκτηση αγαθών.