Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λιόκαμμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ηλιόκαμμαν (1. το δειλινό του Μάη. 2. το έγκαυμα ή και μαύρισμα από την έκθεση στον ήλιο).