Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λλιόζωος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

λιγόζωος.

Ειδικές φράσεις:

«...σγιαν αγαπούν τραντάφυλλον θέλεις να σ΄αγαπώ μα τζ̌είνον εν λλιόζωον, γλήορα μαρανίσκει...» (Λιπέρτη Δ. «'Απαντα», σελ.225, 1969)