Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μαρκάρω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. μαρκαρίσκω (1. βάζω διακριτικό σημάδι για να αναγνωρίσω ή να θυμηθώ κάτι. 2. διακρίνω πρόσωπο ή πράγμα που κατά τη γνώμη μου ξεχωρίζει για κάτι ανάμεσα σε άλλα. 3. επιλέγω. 4. παρεμποδίζω αντίπαλο να προχωρήσει).