Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μασ̌ά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η λαβίδα, όργανο με δύο σκέλη ενωμένα στο ένα άκρο και χρησιμοποιείται για το πιάσιμο, σφίξιμο και τράβηγμα αντικειμένων.