Σχετικά με την Polignosi
|
Χορηγοί
Παρασκευή 10 Απριλίου 2026
Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Λήμματα (Α-Ω)
Σαν Σήμερα
Κυπριακή Διάλεκτος (Α-Ω)
Φώτο Γκάλερι
Αφιερώματα
Κοινόν Κυπρίων
Ογκολογικό Κέντρο
Πολιτιστικό Ίδρυμα
IDEA
SupportCY
Κουίζ
Γενικές γνώσεις
Γεωγραφία
Ιστορία
Πολιτισμός
Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Μεσοκοπημένος, -η, -ον »
Μετοχή
Σημασία:
1. στο θηλυκό: μισή δουλειά. 2. βλ. μεσατζ̌ινός (ο μεσήλικος).
Συνώνυμα:
Μεσόκοπος, -η, -ον, Μεσοτζ̌αιρίτης, -ισσα, -ικον