Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μεττεσ̌ές (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο μεντεσές, το εξάρτημα με τη βοήθεια του οποίου στρέφονται οι πόρτες ή τα παράθυρα.