Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μιζαρωμένος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

βλ. λαζαρωμένος (ο νεκρός που τον τύλιγαν με ειδικό σεντόνι πριν την ταφή του).