Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Μιλλάρωστος, -η, -ον »
Ουσιαστικό
Σημασία:
ο λίγο άρρωστος.
Ετυμολογία:
μιλλόν=λίγο+άρρωστος
Ειδικές φράσεις:
«...που γάλαν που ΄τουν τρυφερόν τζ̌αι που ζωήν γεμάτον,
έναν πωρνόν μιλλάρωστον ξυπνώ τζ̌ι εσ̌σ̌άστηκα το...»
(Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 1, σελ.71, 1997)