Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μιλλοψιχαλίζει »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. κουλλουπά (μόλις και βρέχει, ψιλοβρέχει).

Συνώνυμα:

Κουλλουπίζει, Μιλλοβρέσ̌ει, Μιλλοψιχαϊζει, Μουλλουπίζει, Ψιλοβρέσ̌ει, Ψιχαδίζει, Ψιχαϊζει