Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μιντζ̌ής (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. μίντζ̌ης (1. ο αδύνατος. 2. ο ισχνός. 3. ο αδύναμος. 4. ο μικροκαμωμένος).