Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μισοδαχτυλιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μεσοδαχτυλιά (η απόσταση που βρίσκεται ανάμεσα στα δάχτυλα).