Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μασσεύκω »

Ρήμα

Σημασία:

1. νιώθω τη στυφότητα. 2. μπερδεύω τα λόγια μου. 3. παραλύω. 4. τραυλίζω.