Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μαστόρισσα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. κατακόρυφη, στενή επικάληψη με πηλό πάνω σε τοίχο για καθοδήγηση ορθής πορείας στο σοβάτισμα. 2. το θηλυκό του μάστορα (βλ. μάστρος).