Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μέθκια (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. μέδκια (1. οι παρουσιάσεις της πραγματικότητας κατά μία ορισμένη εκδοχή, ερμηνεία ή υπόθεση. 2. γεγονότα της ζωής).

Συνώνυμα:

Νάκλια (τα) [ενικ. Μέττιν, Νάκλιν (το)]