Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Μεθκυοκοπώ »

Ρήμα

Σημασία:

μεθώ συνεχώς, μπεκρολογώ.

Συνώνυμα:

Μεθκυολοώ, Μεθοκοπώ